ἔγχυλος

ἔγχῡλ-ος, ον,
A juicy, succulent, Hp.Aff.59, Thphr.CP6.11.15 ([comp] Comp.);

ἰχθύς Agatharch.40

; savoury, Alex. 124.12; soft-boiled, of eggs, Gal.6.707. Adv. -λως dub. in Archig. ap. Gal.8.931.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγχυλος — ἔγχυλος, ον (Α) 1. χυμώδης, ζουμερός 2. αυτός που δεν έχει αποξηρανθεί 3. (για αβγό βραστό) μελάτος …   Dictionary of Greek

  • ἔγχυλος — juicy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύλως — ἔγχυλος juicy adverbial ἔγχυλος juicy masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυλον — ἔγχυλος juicy masc/fem acc sg ἔγχυλος juicy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύλους — ἔγχυλος juicy masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύλων — ἔγχυλος juicy masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύλῳ — ἔγχυλος juicy masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυλα — ἔγχυλος juicy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυλοι — ἔγχυλος juicy masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SAMIA Terra — memorata Theophrasto, inter varia terrae genera, quae in Asiae Insulis repertae, nativae essent et aliquem usum adferrent ad vitam, ἔγχυλος ac pinguis est. Hanc eniin probandam esse Dioscorides ait, τὴν ἔγχυλον καὶ μαλακην` καὶ ἐυτριβη, οῖα ἐςτιν …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.